δαίτης

δαίτης, ου, ,
A priest who divided the victims, E.Fr.472.12.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαίτης — δαίτης, ο (Α) ο ιερέας που κομματιάζει τα σφάγια. [ΕΤΥΜΟΛ. < δαίομαι (βλ. δαίω ΙΙ). ΣΥΝΘ. γεωδαίτης αρχ. αγριοδαίτης, ισοδαίτης, κρεοδαίτης, κρεωδαίτης, λαγοδαίτης, ξενοδαίτης, συνδαίτης, τεκνοδαίτης, χρηματοδαίτης] …   Dictionary of Greek

  • δαίτης — δαίτη feast fem gen sg (attic epic ionic) δαίτης priest who divided the victims masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαῖταν — δαίτης priest who divided the victims masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ισοδαίτης — ἰσοδαίτης, ὁ (Α) 1. (επίθ. τού Διονύσου και τού Πλούτωνος) αυτός που μοιράζει δίκαια, με ισότητα προς όλους 2. ονομασία ενός δαίμονα 3. αυτός που κόβει σε μερίδες ή μοιράζει το κρέας στο τραπέζι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο) * + δαίτης (< δαίομαι… …   Dictionary of Greek

  • κρεοδαίτης — κρεοδαίτης, ὁ, θηλ. κρεοδαῑτις, ιδος (Α) 1. αυτός που έκοβε και μοίραζε το κρέας στις δημόσιες ευωχίες («κρεοδαίτης δὲ ὁ διατέμνων, ὃν καὶ μάγειρον καὶ ἄρταμον ἔνιοι καλοῡσιν», Πολυδ.) 2. φρ. «κρεοδαῑτις ἀρχή» το επάγγελμα τού κρεοδαίτη. [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

  • λαγοδαίτης — λαγοδαίτης, ὁ (Α) (για αετό) αυτός που κατατρώγει τους λαγούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < λαγώς + δαίτης (< δαίομαι «διαιρώ, χωρίζω»), πρβλ* κρεο δαίτης, χρηματο δαίτης] …   Dictionary of Greek

  • ξενοδαίτης — ξενοδαίτης, δωρ. τ. ξενοδαίτας, ὁ (Α) (για τους Κύκλωπες) αυτός που κατατρώγει τους φιλοξενουμένους ή τους ξένους («ἐκκαίετε τὴν ὀφρὺν θηρὸς τοῡ ξενοδαίτα», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ξένος + δαίτης (< δαίομαι «τρώγω»), πρβλ. κρεο δαίτης, λαγο… …   Dictionary of Greek

  • τεκνοδαίτης — ὁ, Α αυτός που τρώει τα παιδιά του. [ΕΤΥΜΟΛ. < τέκνον + δαίτης (< δαίτης < δαίομαι «μοιράζω, τρώω»), πρβλ. ξενο δαίτης] …   Dictionary of Greek

  • δαῖθ' — δαῖτα , δαίς 3 fire brand fem acc sg δαῖτε , δαίς 3 fire brand fem nom/voc/acc dual δαῖται , δαίτη feast fem nom/voc pl δαῖτα , δαίτης priest who divided the victims masc voc sg δαῖτα , δαίτης priest who divided the victims masc nom sg (epic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαῖτ' — δαῖτα , δαίς 3 fire brand fem acc sg δαῖτε , δαίς 3 fire brand fem nom/voc/acc dual δαῖται , δαίτη feast fem nom/voc pl δαῖτα , δαίτης priest who divided the victims masc voc sg δαῖτα , δαίτης priest who divided the victims masc nom sg (epic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνδαίτης — ὁ, και τ. θηλ. στην κλητ. σύνδαιτι Α ο συνδαιτυμόνας. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + δαίτης (< δαίομαι «τρώγω»), πρβλ. λαιμο δαίτης] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.